ἀντικρύ

ἀντικρύ
Grammatical information: adv.
Meaning: `right opposite' (Il.).
Other forms: Att. ἄντικρυς; καταντικρύ (Il.) (stress after ἰθύ?)
Dialectal forms: Att. ἀπ-, κατ-αντροκυ perh. from *ἀντα-κρυ (Beekes-Cuypers below)
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: With ἀντι- ?, further unclear. Kretschmer Glotta 4, 356 connects ἀντικρούω `come into collision'. Improbable Chantraine Gramm. hom. 2, 148: to κάρη. Improb. also vW. (to Lat. crūs). Beekes - Cuypers, Mnem. 56 (2003): short, but metrically lengthened. The Attic form hardly substituted ἀντα- for ἀντι- (the anticipation of the ρ and the assimilation would then be strange); but this also suggests that ἀντα\/ι- is not the Greek word (assimilation ο \> υ is also rare in Greek). If the word was Pre-Greek (*ant(r)ak(r)u-) identification with ἀντι would not surprise. Interchange ο\/ι is known from Pre-Greek words (Fur. 191 n. 37), so the word will be Pre-Greek. Then, it is also uncertain what the original position of the ρ was; if *ἀντρα-κυ, the last element might be compared with μεσσηγυ, ἐγγύς.
Page in Frisk: 1,114

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αντικρύ — και αντίκρυ και αντίκρια επίρρ. τοπ., απέναντι: Αντίκρυ στο σπίτι μου είναι ένα σιδεράδικο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντίκρυ — κ. κρυς, κ. κρύ κ. κρύς (AM ἀντικρύ, ἄντικρυς Μ ἀντικρύς, ἄντικρυν, ἀντίκρυτα) 1. απέναντι 2. εξαντιθέτου, κατά πρόσωπο νεοελλ. 1. (με την πρόθ. εις, σε) αναφορικά, συγκριτικά 2. παροιμ. «αντίκρυ στα παιδέματα μικρά τα παιδοκόπια» για ασήμαντη… …   Dictionary of Greek

  • ἀντικρύ — ἀντῑκρύ , ἀντικρύ over against indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντίκρυ — [антикри] επίρ. напротив …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αντικρύζω — [αντίκρυ] 1. βρίσκομαι αντίκρυ 2. βλέπω κάποιον ή κάτι απέναντι μου 3. συναντώ 4. βλέπω κατά πρόσωπο, αντιμετωπίζω 5. αντιλέγω, αυθαδιάζω 6. ισοσκελίζω τα έσοδα και τα έξοδα («αντικρύζω τα έξοδα μου») …   Dictionary of Greek

  • αντίκρυτα — επίρρ. (Μ ἀντίκρυτα) αντίκρυ, απέναντι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αντίκρυτα < αντίκρυ αναλογικά προς το συνώνυμό του εμπροστά < εμπρός ή έμπροσθεν …   Dictionary of Greek

  • αντικρινός — ή, ό εκείνος που βρίσκεται αντίκρυ, απέναντι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντίκρυ. Η γραφή αντικρινός, με ι , αντί υ (αντικρυνός, πρβλ. και αντικρύζω) οφείλεται σε ορθογραφική εξομοίωση της λ. προς το πλήθος των επιθέτων σε ινός (πρβλ. και βραδινός αντί… …   Dictionary of Greek

  • πάτρα — Πόλη της Πελοποννήσου, πρωτεύουσα του νομού Αχαΐας της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας. Ο δήμος Πατρέων περιλαμβάνει, εκτός από τον ομώνυμο δήμο, και τις κοινότητες Ελικίστρας, Μοίρας και Σουλίου. Τρίτη πόλη της Ελλάδας από άποψη πληθυσμού, μετά την… …   Dictionary of Greek

  • αντικρίζω — (λάθος το αντικρύζω), ίκρισα 1. είμαι αντικρύ, βλέπω από αντικρύ: Από το σπίτι μου αντικρίζω την Ακρόπολη. 2. αντιμετωπίζω (ανάγκες κτλ.): Με δυσκολία αντικρίζω τα έξοδά μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Liste der Präpositionen im Neugriechischen — Welche Wörter zu den Präpositionen des Neugriechischen zu zählen sind, ist aus mehreren Gründen umstritten. Im Allgemeinen sind damit wie im Deutschen indeklinable Wörter oder Wortfolgen gemeint, die eine Nominalphrase regieren und dieser einen… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der neugriechischen Präpositionen — Welche Wörter zu den Präpositionen des Neugriechischen zu zählen sind, ist aus mehreren Gründen umstritten. Im Allgemeinen sind damit wie im Deutschen indeklinable Wörter oder Wortfolgen gemeint, die eine Nominalphrase regieren und dieser einen… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.